| Αβαρία | Average, damage |
| Αβάσιμη αξίωση | Unfounded claim, bad claim |
| Αβέβαιη σύμβαση | Aleatory contract |
| Αγαθά | Goods, commodities, items, merchandise |
| Αγαθά αγοραζόμενα με προθεσμία | Futures |
| Αγαθά ειδικών προτιμήσεων | Specialty goods |
| Αγαθά με μικρή ζήτηση | Easy goods |
| Αγαθά μεγάλης ζήτησης και γρήγορης κυκλοφορίας | Convenience goods |
| Αγαθά μιας χρήσης | Single use goods |
| Αγαθά που αγοράζονται αυθόρμητα | Impulse goods |
| Αγαθά που πωλούνται με δικαίωμα επιστροφής εάν δεν είναι ικανοποιητικά | Goods on approval |
| Αγαθά πρώτης ανάγκης | Emergency goods |
| Αγαθά υπό επεξεργασία | Goods in process |
| Αγαθά υποκείμενα σε εσωτερικό φόρο | Excisable commodities |
| Αγαθό | Commodity |
| Αγαθό γοήτρου | Prestige good |
| Αγαθό σε τιμή κόστους για την προσέλκυση πελατών | Loss leader |
| Αγαθοεργίες | Pious deeds |
| Αγγελία στους ναυτιλλόμενους | Notice to Mariners |
| Αγκυροβόλιο | Berth |
| Αγκυροβόλιο βαθέων υδάτων | Deep water berth |
| Αγορά | Market, bazaar |
| Αγορά | Purchase, market |
| Αγορά από νέους | Youth market |
| Αγορά βασικών αγαθών | Hand to mouth purchasing |
| Αγορά για αγαθά ποιότητος | Quality market |
| Αγορά ελεύθερης πρόσβασης | Open market access |
| Αγορά ελεύθερης προσφοράς και ζήτησης | Free and open market |
| Αγορά εμπορευσίμων αγαθών | Commodity market |
| Αγορά εργασίας | Labor market |
| Αγορά ευρωνομισμάτων | Eurocurrency market |
| Αγορά ιδίων μετοχών από επιχείρηση για στήριξη της τιμής τους | Own shares purchase |
| Αγορά και διατήρηση χαρτοφυλακίου με την ελπίδα να ανέβουν οι τιμές | Long position |
| Αγορά και πώληση χρεογράφων την ίδια μέρα | Daylight trading |
| Αγορά καλής πίστης | Innocent purchase |
| Αγορά κυριαρχούμενη από τους αγοραστές | Buyers’ market |
| Αγορά με άμεση παράδοση | Spot market |
| Αγορά με απόσυρση παλαιότερου μοντέλου | Trade-in purchase |
| Αγορά με δόσεις | Hire purchase, installment buying |
| Αγορά με παράδοση προϊόντων εντός εβδομάδος | Spot market |
| Αγορά με πληρωμή και μεταφορά κατ’ ιδίαν | Cash and carry |
| Αγορά με υπερβάλλουσα ζήτηση | Advancing market |
| Αγορά με υπερβάλλουσα προσφορά | Soft market |
| Αγορά με υψηλές τιμές | Buoyant market |
| Αγορά με χαμηλές τιμές αξιών | Heavy market |
| Αγορά μεγάλης ποσότητας σε ενιαία τιμή | Basket purchase |
| Αγορά μεγάλων ποσοτήτων | Bulk buying |
| Αγορά μεγάλων ποσοτήτων αγαθών με σκοπό την αύξηση της τιμής των για κερδοσκοπικούς λόγους | Engrossing |
| Αγορά νεοεκδιδομένων χρεογράφων | Primary market |
| Αγορά παλαιών ειδών | Flea market |
| Αγορά πολύτιμων μετάλλων | Bullion market |
| Αγορά που δίνει έμφαση στις ανάγκες του πελάτου | Customer oriented market |
| Αγορά που λειτουργεί με λογικά κριτήρια | Rational market |
| Αγορά προθεσμιακών συμβάσεων | Forward market, terminal market |
| Αγορά πωλητών | Seller’s market (οι πωλητές έχουν αυξημένη διαπραγματευτική ικανότητα) |
| Αγορά σε κατάσταση ύφεσης | Depressed market |
| Αγορά συναλλάγματος | Foreign exchange market |
| Αγορά συντελεστού | Factor market |
| Αγορά τοις μετρητοίς | Cash buying |
| Αγορά χρεογράφων | Security market |
| Αγορά χρεογράφων για κάλυψη ακάλυπτης θέσης | Short purchase |
| Αγορά χρεογράφων με πίστωση | Buying on margin |
| Αγοράζω | Shop, buy, purchase |
| Αγοράζω και διατηρώ χαρτοφυλάκιο με την ελπίδα να ανέβουν οι τιμές | Buy long |
| Αγοράζω με μεταγενέστερη παραλαβή των αγαθών | Buy forward |
| Αγοράζω περισσότερα από όσα χρειάζομαι | Overbuy |
| Αγοραία αξία | Fair market value |
| Αγορανομία | Market control police |
| Αγοραπωλησία μετοχών την ίδια μέρα | Day trade |
| Αγοραπωλησία χρεογράφων χωρίς κάλυψη | Short position |
| Αγοραστές δημοπρασίας | Sale ring |
| Αγοραστές μεγάλων ποσοτήτων | Heavy buyers |
| Αγοραστής καλής πίστης | Innocent purchaser |
| Αγοραστής μιας και μοναδικής φοράς | One-time buyer |
| Αγοραστής που ενδιαφέρεται περισσότερο για την τιμή παρά για την ποιότητα | Economic shopper |
| Αγοραστής πρώτου κύματος | First time buyer |
| Αγοραστική απάθεια | Sales apathy |
| Αγοραστική διάθεση | Spending power, buying mood, buying power, purchasing power |
| Αγοραστική μανία | Buying spree, spending spree |
| Αγοραστικό κέντρο | Shopping center |
| Αγοράστρια χώρα | Buying country, purchasing country |
| Αγροτεμάχιο | Plat, plot |
| Αγροτικές επιχειρήσεις | Agro business |
| Αγροτική τιμή | Farm price |
| Αγροτοπόλεις | Agrovilles |
| Αγωγή | Lawsuit, Proceedings |
| Αδασμολόγητα είδη | Uncustomed goods, duty free goods |
| Αδασμολόγητο κατάστημα | Duty free shop |
| Αδειούχος λογιστής | Certified accountant |
| Αδελφή εταιρεία | Sister company |
| Αδελφό πλοίο | Sister ship |
| Αδημοσίευτες πληροφορίες | Non public information |
| Αδιάθετα παρακρατηθέντα κέρδη | Unappropriated retained earnings |
| Αδιάθετος διαφημιστικός χώρος | Remnant space |
| Αδιαιρετότητα | Indivisibility |
| Αδιάκοπη χρήση και κατοχή | Quiet enjoyment |
| Αδιανέμητα αποθεματικά | Undistributable reserves |
| Αδιανέμητα κέρδη | Undistributed profits, retained profits |
| Αδιαφάνεια | Opacity |
| Αδικαιολόγητη απόλυση | Wrongful dismissal |
| Αδίκημα | Offence |
| Αδικοπραξία | Tort |
| Αδράνεια | Stagnation |
| Αδρανές χρήμα | Idle/ inactive money |
| Αδρανής αγορά | Inactive market |
| Αδρανής λογαριασμός | Dormant account, inactive account |
| Αδρανής χρόνος | Idle/ dead time |
| Αδύνατο νόμισμα | Weak currency |
| Αεριτζής | Middleman without resources |
| Αεροπορική ασφάλιση | Aviation insurance |
| Αεροπορική φορτωτική | Airway bill |
| Αεροπορικός ναύλος | Air freight |
| Αζήτητη μετοχή | Wall flower, orphan stock |
| Αζήτητο εμπόρευμα | Unsought merchandise |
| Αθέμιτα κέρδη | Illicit profits |
| Αθέμιτες συναλλαγές | Illicit transactions |
| Αθέμιτη εμπορική πρακτική | Unfair trade practice |
| Αθέμιτη συναλλαγή μετοχών | Share pushing |
| Αθέμιτος ανταγωνισμός | Illicit competition, unfair competition |
| Αθέτηση | Default, dishonour |
| Αθετώ | Default dishonour |
| Αθετώ υποχρεώσεις | Dishonour commitments |
| Αίθουσα αποσκευών | Baggage room |
| Αίθουσα έκθεσης εμπορευμάτων | Show room |
| Αίθουσα εμπορικών δημοπρασιών | Merchandise mart |
| Αίθουσα πλειστηριασμού | Sales room |
| Αίθουσα χρηματιστηρίου | Board room, floor, pit, trading floor |
| Αίτημα | Motion, petition |
| Αίτηση | Request, petition, application |
| Αίτηση εισαγωγής στο Χρηματιστήριο | Application for listing |
| Αίτηση πτώχευσης | Bankruptcy petition, petition in bankruptcy |
| Αιτιολογημένη απόφαση | Reasoned opinion |
| Αιφνιδιαστική απεργία | Quick strike, snap strike |
| Αιφνιδιαστικός έλεγχος | Snap check |
| Ακαθάριστα κέρδη | Gross earnings |
| Ακαθάριστες επενδύσεις (χωρίς αφαίρεση αποσβέσεων) | Gross investment |
| Ακαθάριστες πωλήσεις | Gross sales |
| Ακαθάριστη απόδοση (ομολόγου) κατά την λήξη | Gross yield to maturity |
| Ακαθάριστη δηλωμένη χωρητικότητα πλοίου | Gross registered tonnage |
| Ακαθάριστη τελική απόδοση (ομολόγου) | Gross effective yield |
| Ακαθάριστη τιμή | Gross price(δεν έχουν αφαιρεθεί οι εκπτώσεις) |
| Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν | Gross domestic product (χωρίς αφαίρεση αποσβέσεων) |
| Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν | Gross national product (gnp) (χωρίς αφαίρεση αποσβέσεων) |
| Ακαθάριστος | Gross |
| Ακάλυπτη επιταγή | Rubber check, dud cheque, bad check, dishonoured check/ cheque, not sufficient funds check |
| Ακάλυπτη θέση | Naked position (χωρίς τα απαραίτητα ρευστά διαθέσιμα) |
| Ακάλυπτη θέση προθεσμιακής αγοράς/ πώλησης | Uncovered call, uncovered put |
| Ακάλυπτο δάνειο | Undersubscribed debt |
| Ακάλυπτος αγοραστής | Short buyer |
| Ακάλυπτος λογαριασμός | Overdrawn account |
| Ακαμψία προς τα κάτω των πραγματικών μισθών | Real wage resistance |
| Ακαμψία τιμών | Price rigidity |
| Ακατάλληλο νόμισμα | Unfit currency |
| Ακατάλληλος για απασχόληση | Unemployable |
| Ακατέργαστες πληροφορίες ηλεκτρονικού υπολογιστού | Raw data |
| Ακατέργαστο βαμβάκι | Raw cotton |
| Ακατοίκητο σπίτι | Vacant house |
| Ακιδωτό διάγραμμα | Bar chart/ graph |
| Ακίνητη περιουσία | Realty, real estate, immovable property |
| Ακινητοποιημένο κεφάλαιο | Immobilized capital |
| Ακόλουθος | Attaché |
| Ακούσια | Involuntarily, unintentionally |
| Ακούσια ανεργία | Involuntary unemployment |
| Ακούσια πτώχευση | Involuntary bankruptcy(μετά από αγωγή πιστωτών της εταιρίας) |
| Ακούσιο λάθος | Inadvertent error |
| Ακρίβεια στην άφιξη ή αναχώρηση | Punctuality |
| Ακριβές αντίγραφο | Facsimile, true copy |
| Ακριβό χρήμα δανειζόμενο με υψηλό τόκο | Hot money |
| Ακτοπλοϊκό σκάφος | Coaster |
| Ακυρώνω | Rescind |
| Ακύρωση | Abatement |
| Ακύρωση συμβολαίου | Frustration of contract, annulment of contract |
| Ακύρωση συμφωνίας | Nullification of agreement |
| Ακυρώσιμη παραγγελία | Revocable order |
| Ακυρώσιμη σύμβαση | Voidable contract |
| Αληθινή και δίκαιη άποψη | True and fair view (ορκωτού λογιστού για μια εταιρία) |
| Αλιευτική επιχείρηση | Fishing business |
| Αλλαγές προτιμήσεων | Taste changes |
| Αλλαγή διαδρομής | Rout diversion |
| Αλλαγή εργασιακής θέσης | Job hopping |
| Αλλαγή στη ζήτηση | Shift in demand |
| Αλλαγή της πρόβλεψης του δικαιούχου | Change of beneficiary provision |
| Αλλαγή της προτίμησης του καταναλωτού για ένα προϊόν σε σύγκριση με τα άλλα | Repositioning of consumption |
| Αλληλασφαλιστική κάλυψη πλοίων | Ocean marine protection and indemnity insurance |
| Αλληλασφαλιστικός οργανισμός πλοιοκτητών | Protection and indemnity club (p+i club) |
| Αλληλεγγύη | Solidarity |
| Αλληλογραφία | Post |
| Αλληλογραφία ελεύθερη από ταχυδρομικά τέλη | Free mail |
| Αλληλοεπικάλυψη λογαριασμών | Account conflict |
| Αλλιώς γνωστός σαν | Otherwise known as |
| Αλλοδαπή εταιρία | Overseas company |
| Αλλοδαπό προϊόν | Off shore product |
| Αλλοδαποί | Aliens |
| Αλλοδαπός εργάτης | Guest worker |
| Αλλοίωση | Taint, deterioration |
| Αλυσίδα εξουσίας | Chain of command |
| Αλυσίδα καταστημάτων | Chain store, multiple shops |
| Αλυσίδα καταστημάτων λιανικής πώλησης | Retail chain |
| Αλυσίδα χρησιμοποιούμενων μέσων και αντικειμενικών στόχων | Means-goals chain |
| Αλυσιδωτές εκπτώσεις | Chain discounts |
| Αλυσιδωτή πώληση | Radiation selling |
| Αμάχητο επιχείρημα | Irrebuttable presumption |
| Αμειψισπορά | Crop rotation, rotating crops |
| Αμέλεια | Negligence |
| Αμερικάνικος σύνδεσμος χρηματιστών που διαπραγματεύεται μετοχές που δεν είναι εισηγμένες σε κύριο χρηματιστήριο | Nasdaq (national association of securities dealers automated quotation system) |
| Αμερόληπτος | Unbiased |
| Αμετάβλητες τιμές | Stable prices |
| Αμετάβλητη αξία | Uniform value |
| Αμετάβλητο ασφάλιστρο | Stable premium |
| Αμετάκλητη απόφαση | Irrevocable decision |
| Αμιγές μονοπώλιο | Pure monopoly |
| Αμιγής ανταγωνισμός | Perfect competition |
| Αμοιβαία αναγνώριση | Reciprocal recognition |
| Αμοιβαία δανειοδότηση | Back to back loan |
| Αμοιβαία κεφάλαια βραχυπρόθεσμων ομολόγων | Short term bond funds |
| Αμοιβαία κεφάλαια συγκεκριμένης χώρας | Single country mutual funds |
| Αμοιβαία συγκατάθεση | Mutual assent |
| Αμοιβαία συμφέροντα | Reciprocal interests |
| Αμοιβαία συμφωνία | Reciprocal agreement |
| Αμοιβαίο κεφάλαιο | Mutual fund |
| Αμοιβαίο κεφάλαιο επένδυσης σε κοινές μετοχές | Common stock fund |
| Αμοιβαίο κεφάλαιο συνιδιοκτησίας ακινήτου | Single property ownership trust |
| Αμοιβαιότητα | Mutuality, reciprocity |
| Αμοιβή | Fee, premium, incentive pay, stipend |
| Αμοιβή ανάλογα με την αποδοτικότητα | Efficiency earnings |
| Αμοιβή από την ώρα προσέλευσης ως την αναχώρηση | Portal to portal pay |
| Αμοιβή για νυκτερινή εργασία | Night differential |
| Αμοιβή διάσωσης | Salvage dues |
| Αμοιβή ελεύθερων επαγγελματιών | Honorarium |
| Αμοιβή επικίνδυνης εργασίας | Danger money |
| Αμοιβή με το κομμάτι | Piece rate |
| Αμοιβή συγγραφέα κατά σελίδα | Lineage |
| Αμοιβή χρηματιστηριακής εταιρίας για την προώθηση μετοχών | Selling concession |
| Αμπάρι | Hold |
| Αμυντικός προϋπολογισμός | Defense budget |
| Αμφίβολο κέρδος | Contingent profit |
| Αμφισβητούμενη πληρωμή | Questionable payment |
| Αμφισβητούμενη υπόθεση | Moot case, questionable case |
| Αμφισβητούμενο σημείο | Moot point |
| Αμφισβητούμενος λογαριασμός | Doubtful account |
| Αμφοτεροβαρής ευθύνη | Cross liability |
| Ανά εργάσιμον ημέρα καιρού επιτρέποντος | Per Weather Working Day |
| Ανά τεμάχιο | Apiece, per piece |
| Ανά τρίμηνο πληρωμή | Quarterage |
| Αναβάθμιση εγκαταστάσεων | Upgrading |
| Αναβληθείσα δαπάνη | Delayed disbursement |
| Αναβληθέν μέρισμα | Deferred dividend |
| Αναβολή | Adjournment |
| Αναβολή εξόφλησης | Moratorium |
| Αναγγελία ετοιμότητας | Notice of readiness |
| Αναγγελία πρότασης | Notice of motion |
| Αναγγελία πώλησης είδους | Notice of sale |
| Αναγκαστικά μέτρα | Coercive measures |
| Αναγκαστική αποταμίευση | Forced savings |
| Αναγκαστική αργία | Enforced idleness |
| Αναγκαστική κυκλοφορία | Compulsory circulation |
| Αναγκαστικό δάνειο | Compulsory loan |
| Αναγκαστικός πλειστηριασμός | Forced auction |
| Αναγνώριση εμπορικής επωνυμίας | Name recognition |
| Αναγνώριση συνδικάτου | Union recognition |
| Αναγνώριση χρέους | Acknowledgement of debt |
| Ανάγνωση για διόρθωση σφαλμάτων | Proof-reading |
| Αναγνωστικό κοινό | Readership |
| Ανάγω καθαρό ποσό σε ακαθάριστο | Gross up |
| Αναγωγική ή παλίνδρομη ζήτηση | Regressive demand |
| Αναδασμός αγροτικών εκτάσεων | Land consolidation |
| Αναδιανεμητικός φόρος | Redistributive tax |
| Αναδιάρθρωση κεφαλαίου | Recapitalization |
| Αναδιάρθρωση προβληματικής δανειακής σύμβασης | Troubled loan restricting |
| Αναδιάρθρωση χρέους | Debt restructuring |
| Αναδιάταξη | Redeployment |
| Αναδιοργάνωση | Reorganization |
| Ανάδοχος εισαγωγής εταιρίας στο Χρηματιστήριο | Listing broker |
| Αναδρομή | Flash back |
| Αναδρομική απόσβεση | Backlog depreciation |
| Αναδρομική αύξηση | Retroactive increase |
| Αναδρομική έκπτωση | Retrospective rebate |
| Αναδρομική πληρωμή | Back pay, retroactive pay |
| Αναδρομική φοροαπαλλαγή | Carry back tax exemption |
| Αναδρομική χρέωση | Back charge |
| Αναδρομικός | Retroactive |
| Αναδρομικός νόμος | Retrospective law |
| Αναδρομικός φόρος | Retroactive tax |
| Αναδυόμενη αγορά | Emerging market |
| Αναζήτηση διοικητικών στελεχών | Executive search |
| Αναζήτηση πελατών | Customer prospecting, customer canvassing |
| Αναζήτηση πελατών χωρίς συστάσεις ή πρόσκληση | Cold canvassing |
| Αναζήτηση τιμών ευκαιρίας | Bargain hunting |
| Αναζήτηση υποψηφίων εργαζομένων | Recruitment |
| Αναζητών εργασία | Job hunter |
| Ανάθεση εκ νέου | Reassignment |
| Ανάθεση καθηκόντων στο εξωτερικό | Overseas assignment |
| Αναθεώρηση δαπανών | Expenditure review |
| Αναθεώρηση μισθών | Salary review |
| Αναθεώρηση ναύλων | Rates review |
| Αναθεώρηση όρων δανειακής σύμβασης | Recasting a debt |
| Αναθεωρητής | Revisionist |
| Αναθεωρητική βουλή | Revisory parliament |
| Ανακαίνιση περιουσίας | Reconditioning of property |
| Ανάκαμψη | Recovery, turnaround |
| Ανάκαμψη τιμών | Rally |
| Ανακατανομή | Reallocation, rebalancing |
| Ανακατανομή του εισοδήματος | Income redistribution, redistribution of income |
| Ανακατασκευή | Reconstruction |
| Ανακεφαλαιοποίηση | Recapitalization |
| Ανάκληση | Withdrawal |
| Ανάκληση επιταγής | Revocation of a cheque |
| Ανάκληση προϊόντων | Recall of products, product recall (για επέμβαση, επισκευή, τροποποίηση κλπ) |
| Ανακλητή παραγγελία | Revocable order |
| Ανακλητή πίστωση | Revocable letter of credit |
| Ανακοίνωση | Notice, communication, statement |
| Ανακοίνωση μερίσματος | Declaration of dividend |
| Ανακοίνωση στον τύπο | Press release |
| Ανακόπτω την πρόοδο | Set back |
| Ανακριβής δήλωση | False return |
| Ανακριβής παρουσίαση | Misrepresentation |
| Ανάκτηση εδαφικής έκτασης | Land reclamation |
| Ανακτήσιμη προκαταβολή φόρου εταιριών | Recoverable advance corporation tax |
| Ανακυκλωμένο μέταλλο | Recycled metal |
| Ανακύκλωση | Recycling |
| Ανακύκλωση κεφαλαίου από έκδοση ομολόγων | Bond refunding |
| Αναλήψεις | Drawings |
| Ανάληψη απαιτήσεων | Factoring |
| Ανάληψη απαιτήσεων εξαγωγών | Export factoring |
| Ανάληψη κινδύνου μεγάλης αξίας | Target risk factoring |
| Ανάληψη του ελέγχου μιας επιχείρησης | Take-over (μετά από αγορά του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών) |
| Ανάληψη υποχρέωσης | Assumption of obligation |
| Ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής για διαμαρτυρηθείσα συναλλαγματική | Acceptance for honour |
| Ανάληψη χρέους | Assumption of debt |
| Ανάληψη χρημάτων | Withdrawal |
| Αναλογία | Proportion, ratio |
| Αναλογία ιδίων προς ξένα κεφάλαια | Equity gearing |
| Αναλογία μερισμάτων προς τα καθαρά κέρδη | Payout ratio |
| Αναλογίες | Quotas |
| Αναλογικά | Mutatis-mutatis, Pro rata |
| Αναλογική δειγματοληψία | Proportional sampling |
| Αναλογική εκπροσώπηση | Proportional representation |
| Αναλογική κλίμακα αναπροσαρμογής τιμών | Sliding price scale |
| Αναλογική φορολογία | Proportional taxation |
| Αναλογικός υπολογιστής | Analog computer |
| Αναλογιστής | Actuary |
| Αναλογιστική μέθοδος | Actuarian method |
| Αναλογούν κέρδος | Attributable profit |
| Αναλογούσες για διανομή μετοχές | Allotted shares(όταν η ζήτηση για μετοχές ξεπερνά την προσφορά) |
| Ανάλυση απόκλισης | Variance analysis, analysis of variance |
| Ανάλυση γενικής ισορροπίας | General equilibrium analysis |
| Ανάλυση διακύμανσης | Variance analysis |
| Ανάλυση διαφημιστικών μέσων | Media analysis |
| Ανάλυση εισροών-εκροών | Input-output analysis |
| Ανάλυση εξόδων | Break down of expenses |
| Ανάλυση επίπτωσης | Impact analysis |
| Ανάλυση κενού | Gap analysis |
| Ανάλυση κόστους οφέλους | Cost benefit analysis |
| Ανάλυση λογαριασμού | Account analysis, account statement |
| Ανάλυση νεκρού σημείου | Break even analysis, cost-volume profit analysis |
| Ανάλυση οικονομικών καταστάσεων | Financial statement analysis |
| Ανάλυση παλινδρόμησης | Regression analysis |
| Ανάλυση πολλαπλής παλινδρόμησης | Multiple regression analysis |
| Ανάλυση ταμειακών ροών | Funds flow analysis |
| Ανάλυση της διακύμανσης | Analysis of variance |
| Ανάλυση των ελάχιστων τετραγώνων | Least square analysis |
| Ανάλυση χρηματοοικονομικών δεικτών | Ratio analysis |
| Αναλυτής διακυμάνσεων μέσω διαγραμμάτων | Chartist |
| Αναλυτική ελεγκτική | Analytical auditing |
| Αναλυτική ετήσια οικονομική έκθεση | Comprehensive annual financial report |
| Αναλυτική κατανομή φορολογικών επιβαρύνσεων | Comprehensive tax allocation |
| Αναλυτικό καθολικό πιστωτών | Creditors’ ledger |
| Αναλυτικό καθολικό χρεωστών | Debtors’ ledger |
| Αναλυτικός λογαριασμός | Subsidiary account |
| Αναλώσιμα αγαθά | Disposable goods, expendable goods |
| Αναμενόμενες τιμές | Anticipated prices |
| Αναμενόμενη απόδοση | Expected rate of return |
| Αναμενόμενη πρόσοδος | Prospective yield |
| Αναμενόμενο έλλειμμα | Prospective deficit |
| Αναμενόμενο κέρδος | Anticipated profit, expected profit |
| Αναμισθώνω | Relet |
| Αναμνηστικό νόμισμα | Commemorative coin |
| Αναμόρφωση | Reconditioning, reformation |
| Ανανεούμενη πίστωση | Revolving letter of credit |
| Ανανεούμενο δάνειο | Revolving loan |
| Ανανεούμενο συμβόλαιο | Rolling contract |
| Ανανεούμενο χρέος | Floating debt |
| Ανανεούμενος προϋπολογισμός | Rolling budget |
| Ανανέωση | Renewal |
| Ανανέωση μίσθωσης | Renewal of lease |
| Ανανέωση σύμβασης | Novation |
| Ανανεώσιμοι πόροι | Renewable resources |
| Αναξιοπλοϊα | Unseaworthiness |
| Αναξιόχρεος | Insolvent |
| Αναπαλλοτρίωτη περιουσία | Entailed property, inalienable property |
| Αναπήδηση | Rebound |
| Αναπηρική σύνταξη | Disability pension |
| Αναπηρικό εισόδημα | Disability income |
| Αναπηρικό επίδομα | Disability benefit |
| Αναπληροφόρηση | Feedback |
| Αναπληρώνω χαμένο ποσό | Recoup |
| Αναπληρωτής διευθυντής | Acting manager |
| Αναπόφευκτες δαπάνες | Inescapable expenses |
| Αναπροεξόφληση | Rediscount |
| Αναπροσαρμογή | Readjustment |
| Αναπροσαρμογή συναλλαγματικών ισοτιμιών | Realignment of exchange rates |
| Αναπροσαρμόζω αξία | Write up |
| Αναπροσαρμοσμένο ισοζύγιο | Adjusted trial balance |
| Αναπροσαρμοσμένο φορολογητέο εισόδημα | Adjusted earned income |
| Ανάπτυξη | Development, growth |
| Ανάπτυξη διοικητικής λειτουργίας | Management development |
| Ανάπτυξη προϊόντος | Product development |
| Αναπτυξιακή επενδυτική πολιτική | Growth investment policy, growth investing |
| Αναπτυξιακή μετοχή | Growth stock |
| Αναπτυξιακό αμοιβαίο κεφάλαιο | Growth mutual fund |
| Αναπτυσσόμενες χώρες | Developing countries |
| Αναπτυσσόμενη περιοχή | Developing area |
| Αναρρωτική άδεια | Sick leave |
| Ανασκόπηση μηδενικής βάσης | Zero base review |
| Ανασταλτικό αποτέλεσμα | Suspensory effect |
| Αναστήλωση | Reconstruction |
| Αναστολή | Abeyance, suspension |
| Αναστολή δασμών | Suspension of duties |
| Αναστολή πληρωμής | Stoppage of payment |
| Αναστροφή οικονομικών τάσεων | Turn around |
| Ανασυγκρότηση επιχείρησης | Business shake up |
| Ανασύνταξη | Redeployment |
| Ανασφάλιστος | Unsecured, uninsured |
| Ανασχηματισμός υπουργικού συμβουλίου | Cabinet reshuffling |
| Ανατίμηση | Appreciation |
| Ανατίμηση αξίας νομίσματος | Revaluation, revalue |
| Ανατίμηση αποθεμάτων | Stock appreciation |
| Ανατίμηση νομίσματος | Revaluation of Currency, currency appreciation |
| Ανατιμώ | Revalue |
| Ανατοκισμός | Compound interest |
| Ανατροφοδότηση | Feedback |
| Ανατροφοδοτικό αποτέλεσμα | Feedback effect |
| Αναφαίρετα δικαιώματα | Inalienable rights |
| Αναφορά απόκλισης | Variance report(πραγματικών από τα προϋπολογισθέντα μεγέθη) |
| Αναχρηματοδότηση | Refunding |
| Αναχρηματοδοτούμενο δάνειο | Rollover mortgage |
| Ανεβάζω την τιμή προσφοράς | Bid up |
| Ανέβασμα | Mounting |
| Ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό | Unskilled labour |
| Ανειδίκευτοι | Green hands |
| Ανειλημμένη ευθύνη | Assumed liability |
| Ανειλημμένο κόστος | Committed cost |
| Ανείσπρακτες επιταγές | Uncollected funds |
| Ανείσπρακτο ασφάλιστρο | Uncollected premium |
| Ανέκκλητη ενέγγυος πίστωση | Irrevocable letter of credit |
| Ανέκκλητη πίστωση | Irrevocable credit |
| Ανεκτέλεστες παραγγελίες ή εργασίες | Back log |
| Ανελαστική ζήτηση | Inelastic demand |
| Ανελαστική προσφορά εργασίας | Working to rules(σύμφωνα με τον κανονισμό εργασίας) |
| Ανελαστικός προϋπολογισμός | Static budget |
| Ανελαστικότητα της προσφοράς | Inelasticity of supply |
| Ανενεργό συμβόλαιο | Inoperative contract |
| Ανενεργό χρήμα | Barren money |
| Ανενεργός, ανεφάρμοστη ρήτρα | Inoperative clause |
| Ανέντιμο χρηματιστηριακό γραφείο | Bucket shop |
| Ανεξάρτητα ελέγχου από το Τελωνείο ή όχι | Whether In Custom As Clearance Or Not (ο χρόνος φορτοεκφόρτωσης μετράει) |
| Ανεξάρτητα ελεύθερης επικοινωνίας ή όχι | Whether In Free Pratique Or Not(ο χρόνος φορτοεκφόρτωσης μετράει) |
| Ανεξάρτητα ελλιμενισμού ή όχι | Whether In Port Or Not(ο χρόνος φορτοεκφόρτωσης μετράει) |
| Ανεξάρτητα πρόσδεσης ή όχι | Whether in berth or not (wibon) (ο χρόνος φορτοεκφόρτωσης μετράει) |
| Ανεξάρτητο συνδικάτο | Unaffiliated union |
| Ανεξέλεγκτο κόστος | Uncontrollable cost |
| Ανέξοδη χρήση | Free lunch, free ride |
| Ανεξόφλητη επιταγή | Dishonoured check/ cheque |
| Ανεξόφλητη πτώχευση | Undischarged bankruptcy |
| Ανεξόφλητο γραμμάτιο | Unpaid note |
| Ανεξόφλητο χρέος | Undischarged debt, outstanding debt |
| Ανεξόφλητος λογαριασμός | Back bill |
| Ανεπάρκεια | Scarcity, shortage, deficiency |
| Ανεπάρκεια εφοδιασμού | Shortage of supply |
| Ανεπάρκεια κεφαλαίων | Undercapitalization |
| Ανεπαρκείς πόροι | Insufficient funds(για κάλυψη επιταγής) |
| Ανεπαρκές πρόσωπο | Deficient person |
| Ανεπαρκή βιβλία | Inadequate books, incomplete records |
| Ανεπιβεβαίωτη πίστωση | Unconfirmed letter of credit |
| Ανεπίδεκτος είσπραξης | Uncollectible |
| Ανεπιθύμητες μετοχές | Out of favour stock |
| Ανεπιθύμητη εισερχόμενη αλληλογραφία | Junk mail |
| Ανεπίσημη πηγή πληροφοριών | Grapevine |
| Ανεπίσημο χρηματιστήριο | Kerb/ curb |
| Ανεπίσημος χρηματιστής | Kerb broker |
| Ανεπιφύλακτος | Unconditional |
| Ανεργία | Unemployment, voluntary unemployment (Ανεργία που οφείλεται στην προσπάθεια των εργαζομένων να βρουν καλύτερη ευκαιρία απασχόλησης από τις διαθέσιμες) |
| Ανεργία τριβής | Frictional unemployment |
| Ανερχόμενες τιμές | Advancing prices |
| Ανερχόμενο κόστος | Towering cost |
| Ανεφοδιασμός | Restocking |
| Ανήλικοι εργαζόμενοι | Juvenile labour |
| Ανησυχητικός ρυθμός αναλήψεων καταθέσεων από τις τράπεζες | Deposit runoff |
| Ανθηρή οικονομία | Booming economy |
| Ανθοκομική επιχείρηση | Flower growing |
| Ανθρώπινο δυναμικό | Manpower |
| Ανθρώπινο κεφάλαιο (εργασία) | Human capital |
| Ανθρώπινοι πόροι (εργασία και επιχειρηματική ικανότητα) | Human resources |
| Ανθρώπινος παράγοντας | Human factor |
| Ανθρωποημέρα | Man day |
| Ανθρωποώρα | Man hour |
| Ανιαρή δουλειά | Gray/ grey job |
| Ανισορροπία | Disequilibrium |
| Ανισορροπία εμπορικού ισοζυγίου | Imbalance of trade |
| Ανισοσκελής προϋπολογισμός | Unbalanced budget |
| Ανίσχυρο νόμισμα | Soft currency, soft money |
| Ανοδικές τιμές | Steeping prices |
| Ανοδική αγορά | Bullish market |
| Ανοδική τάση | Uptrend, upward trend, bullish trend |
| Ανοικτή εντολή | Open order |
| Ανοικτή οικονομία | Open economy |
| Ανοικτή παραγγελία | Open indent(δεν αναφέρεται το όνομα του προμηθευτού) |
| Ανοικτή πίστωση | Blank credit |
| Ανοικτή προσφορά | Open bid |
| Ανοικτή συμφωνία | Open end agreement(χωρίς όρια αξίας, ποσότητας κλπ) |
| Ανοικτή συμφωνία επαναγοράς | Open repo |
| Ανοικτή τιμή | Open price |
| Ανοικτό ασφαλιστήριο | Open policy |
| Ανοικτό επιτόκιο | Open rate |
| Ανοιχτή ασφαλιστική κάλυψη | Open cover |
| Ανοιχτή διανομή | Open distribution(χωρίς την μεσολάβηση αποκλειστικού αντιπροσώπου) |
| Ανοιχτή εντολή αγοράς | Blank check buying |
| Ανοιχτή επιταγή | Blank check(το ποσό ορίζεται από τον δικαιούχο) |
| Ανοιχτή ναύλωση πλοίου | Open charter (επιτρέπει στον ναυλωτή να επιλέξει λιμάνι και φορτίο) |
| Ανοιχτή πίστωση | Open credit (χωρίς εμπράγματη εγγύηση) |
| Ανοιχτή σύμβαση | Open contract (χωρίς να άχουν συμπληρωθεί όλοι οι όροι) |
| Ανοιχτό προεξοφλητικό επιτόκιο | Open rate of discount |
| Ανοιχτός διαγωνισμός προμηθειών | Open tendering |
| Ανομοιογενής αγορά | Heterogeneous market |
| Ανορθόδοξα τηρούμενοι λογαριασμοί | Defective accounts |
| Ανοχή | Tolerance(σε βάρος, χρώμα, μέγεθος κλπ) |
| Ανταγωγή | Cross action |
| Ανταγωνισμός | Competition |
| Ανταγωνισμός συνδικάτων | Rival unionism |
| Ανταγωνισμός τιμών | Price competition |
| Ανταγωνιστής με κρυφές δυνατότητες | Dark horse |
| Ανταγωνιστικά αγαθά | Competing goods |
| Ανταγωνιστικές τιμές | Keen prices |
| Ανταγωνιστική διαφήμιση | Competitive advertising |
| Ανταγωνιστική ζήτηση | Rival demand |
| Ανταγωνιστική προσφορά | Competitive tender |
| Ανταγωνιστική τιμολόγηση | Predatory pricing |
| Ανταγωνιστικό πνεύμα | Competitive spirit |
| Ανταλλαγή | Exchange, swap |
| Ανταλλαγή επιτοκίου | Interest rate swap |
| Ανταλλαγή νομισμάτων | Agiotage |
| Ανταλλαγή ομολόγων | Bond swap |
| Ανταλλαγή χρέους με μετοχικό κεφάλαιο | Debt equity swap |
| Ανταλλαγή χρέους με ομόλογο | Debt for bond swap |
| Ανταλλάξιμη αξία | Exchangeable value |
| Ανταλλάξιμο νόμισμα | Redeemable currency |
| Ανταμοιβές σε καλούς πελάτες | Patronage rewards |
| Ανταμοιβή | Recompense, remuneration |
| Ανταμοιβή υπαλλήλου για αυξημένη παραγωγικότητα | Merit pay |
| Ανταπαίτηση | Counterclaim |
| Ανταπαιτώ | Counterclaim |
| Ανταπεργία | Lock out |
| Ανταπόκριση αναγνωστικού κοινού | Reader response |
| Ανταποκριτής | Correspondent |
| Ανταποκρίτρια τράπεζα | Respondent bank, correspondent bank |
| Αντασφαλίζω | Underwrite |
| Αντασφαλιστής | Underwriter, reinsurance broker |
| Αντεστραμμένη καμπύλη αποδόσεων | Inverted yield curve |
| Αντίγραφο κίνησης λογαριασμού τραπέζης | Bank statement |
| Αντίθετοι λογαριασμοί | Contra accounts |
| Αντικειμενική αξία | Objective value |
| Αντικειμενικός | Objective |
| Αντικειμενικός στόχος | Objective |
| Αντίληψη | Perception |
| Αντίληψη αγοράς | Marketing concept |
| Αντιλογισμός | Offsetting error |
| Αντιλογιστική εγγραφή | Contra entry |
| Αντιμονοπωλιακοί νόμοι | Anti-trust laws |
| Αντιπαραγωγικός | Counter productive |
| Αντιπληθωρισμός | Deflation |
| Αντιπληθωριστικά μέτρα | Anti-inflation measures |
| Αντιπληθωριστικό κενό | Deflationary gap |
| Αντιπραγματισμός | Barter, truck |
| Αντιπρόεδρος | Vice-president |
| Αντιπροσφέρω | Counter bid, counter offer |
| Αντιπροσφορά | Counter bid, counter offer |
| Αντιπροσωπευτικό δείγμα | Representative sample |
| Αντιπροσωπευτικός | Representative |
| Αντιπροσωπεύω | Represent |
| Αντιπρόσωποι των Lloyd’s | Lloyd’s agents |
| Αντιπρόσωπος | Dealer |
| Αντιπρόσωπος | Proxy, delegate, rep, representative |
| Αντιπρόσωπος αγορών | Agent purchasing |
| Αντιπρόσωπος πλοιοκτητών | Owner’s agents |
| Αντιπρόσωπος πωλήσεων | Selling agent |
| Αντίρρηση | Objection |
| Αντισταθμίζω | Counter balance, countervail |
| Αντιστάθμιση | Counterbalance |
| Αντιστάθμιση συναλλαγματικών κινδύνων με την παράλληλη χρήση διαφόρων νομισμάτων | Parallel hedge |
| Αντισταθμιστική ισχύς | Countervailing power |
| Αντισταθμιστικό δασμολόγιο | Countervailing tariff |
| Αντισταθμιστικό ισοζύγιο | Compensatory balance |
| Αντισταθμιστικό σφάλμα | Compensating error |
| Αντισταθμιστικό υπόλοιπο | Compensatory balance |
| Αντισταθμιστικός δασμός | Compensatory duty, countervailing tariff, countervailing duty, antidumping duty, matching duty |
| Αντίσταση | Resistance |
| Αντίσταση στην μείωση των μισθών | Wage resistance |
| Αντιστεκόμενος πληθωρισμός | Recalcitrant inflation |
| Αντιστροφή | Reversal, reversion |
| Αντίστροφη απόκτηση ελέγχου εταιρίας | Reverse take-over |
| Αντίστροφη εγγραφή | Reversing entry |
| Αντίστροφη ελαστικότητα | Inverse elasticity |
| Αντίστροφη σειρά | Reverse order |
| Αντίστροφη συμφωνία επαναγοράς | Reverse repurchase agreement |
| Αντίστροφος | Reverse |
| Αντίτιμο | Price |
| Ανυψούμενα καταστρώματα | Hoistable decks |
| Ανυψωτικό μηχάνημα | Hoisting machinery |
| Ανώνυμο προϊόν | Generic brand |
| Ανώνυμος Εταιρεία | Incorporated company, public limited company S.a. (societe anonyme) |
| Ανώτατη ποσόστωση | Quota ceiling |
| Ανώτατη τιμή | Price ceiling |
| Ανώτατη τιμή μετοχής | Top-out share price |
| Ανώτατο ημερομίσθιο | Wage ceiling |
| Ανώτατο όριο τιμών | Ceiling price |
| Ανώτατο όριο τόκου | Interest ceiling |
| Ανώτατο όριο χρέους | Debt ceiling |
| Ανωτέρα βία | Act of god, force majeure |
| Ανώτερο στέλεχος επιχείρησης | Senior executive |
| Ανώτερος | Senior |
| Αξία | Merit, value |
| Αξία απόσυρσης | Exit value |
| Αξία εκκαθάρισης | Liquidation value |
| Αξία εκποίησης | Disposal value |
| Αξία ελεύθερης αγοράς | Open market value |
| Αξία εξαγοράς | Surrender value |
| Αξία καθαρών περιουσιακών στοιχείων | Net Asset Value |
| Αξία κατά την λήξη | Maturity value |
| Αξία μίσθωσης | Leasehold value |
| Αξία σε τιμή παλαιοσιδήρου | Scrap value |
| Αξία υπολείμματος | Junk value |
| Αξίες προς είσπραξη | Bills for collection |
| Αξιόγραφα ισοδύναμα με μετρητά | Cash items |
| Αξιόγραφα μεγάλης αξίας | White papers |
| Αξιόγραφο | Financial security, stock |
| Αξιόγραφο εις διαταγήν | Order paper |
| Αξιόγραφο με τελευταία προτεραιότητα στο προϊόν ρευστοποίησης της εταιρικής περιουσίας | Junior security |
| Αξιοκρατία | Meritocracy |
| Αξιολόγηση | Appraisal, rating, valuation |
| Αξιολόγηση απόδοσης εργασίας | Job evaluation |
| Αξιολόγηση μετοχής | Stock rating |
| Αξιολόγηση προϊσταμένου από τον υφιστάμενο | Reverse evaluation |
| Αξιολόγηση προσωπικού | Personnel assessment |
| Αξιολόγηση σχεδίου | Project evaluation |
| Αξιολόγηση χρεογράφου ως προς τον επενδυτικό κίνδυνο | Security rating |
| Αξιόπιστα έγγραφα | Fine papers |
| Αξιοπιστία | Reliability |
| Αξιοπιστία προϊόντος | Product reliability |
| Αξιόπιστο χρεόγραφο | Reliable security |
| Αξιόπιστος προμηθευτής | Reliable supplier |
| Αξιοπλοϊα | Seaworthiness |
| Αξιόπλουν | Seaworthy |
| Αξιωματική αντιπολίτευση | Main opposition |
| Αξίωση | Claim |
| Αόρατο χέρι | Invisible hand |
| Αόριστος χρόνος φορτοεκφόρτωσης | Indefinite laytime |
| Απαγορευμένα αγαθά | Prohibited goods |
| Απαγορευμένο θέμα διαπραγμάτευσης | Prohibited bargaining issue |
| Απαγόρευση υπερωριών | Overtime ban |
| Απαγορευτικό όριο κόστους | Absolute cost barrier |
| Απαισιόδοξες προοπτικές | Poor prospects |
| Απαίτηση | Requisition, claim, lien |
| Απαίτηση αποπληρωμής του συνόλου δανειακής οφειλής | Event of default |
| Απαίτηση για αποζημίωση ζημιάς στο φορτίο | Cargo claim |
| Απαιτούμενη απόδοση | Required return |
| Απαιτώ | Claim |
| Απαλλαγή | Immunity, release |
| Απαλλαγή από φόρο | Exemption of tax, remission of tax |
| Απαλλαγή φόρου επανεπενδυομένων κερδών | Roll – over relief |
| Απαλλακτική ρήτρα | Release clause, exculpatory clause |
| Απαλλασσόμενη εταιρία | Exempt company |
| Απαλλασσόμενος | Exempted |
| Απαλλασσόμενος από την φορολογία | Exempt from taxation |
| Απαλλάσσω | Release |
| Απαλλοτρίωση | Expropriation |
| Απαξιωμένος | Obsolete |
| Απαξίωση | Debasement, impairment of value, obsoleteness |
| Απαξίωση αποθέματος | Stock depreciation |
| Απαραβίαστο εμπορευματοκιβώτιο | Tamper-proof container |
| Απαράδεκτος | Unacceptable |
| Απαραίτητα για την ζωή | Necessaries |
| Απαρτία | Quorum |
| Απασχόληση | Employment, engagement, occupation |
| Απασχολούμενο κεφάλαιο | Capital employed |
| Απασχολούμενος πληθυσμός | Occupied population |
| Απασχολώ | Engage, employ |
| Απάτη | Fraud, swindle, deceit |
| Απατηλά μέσα | Fraudulent means |
| Απειλή | Duress, threat, menace |
| Απελευθερωμένα προϊόντα | Liberalized products |
| Απελευθερώνω | Release |
| Απελευθέρωση | Liberalization |
| Απελευθέρωση εμπορίου | Trade liberalization |
| Απελευθέρωση των τιμών | Liberalization of prices |
| Απεργία αλληλεγγύης | Sympathy strike |
| Απεργία για πολιτικούς λόγους | Political strike |
| Απεργία κατάληψης | Stay-in strike |
| Απεργία κωλυσιεργίας | Slow down strike |
| Απεργία με στόχο να πιέσει την διοίκηση | Doomsday strike |
| Απεργία συμπαράστασης | Solidarity strike |
| Απεργός | Picket |
| Απεργοσπάστης | Blackleg, strike breaker |
| Απεργοσπάστης | Scab |
| Απεργοφρουρά | Picket line |
| Απεργώ, απεργία | Strike |
| Απεριόριστη δικαιοδοσία | Unlimited jurisdiction |
| Απεριόριστη ευθύνη | Unlimited liability |
| Απευθείας πώληση | Direct selling |
| Απήχηση διαφημιστικής εκστρατείας | Pulling power |
| Απλά μέλη (σωματείου, ένωσης κλπ) | Rank and file members |
| Απλή βενζίνη | Regular petrol |
| Απλή ψηφοφορία | Single ballot |
| Απλήρωτο μέρισμα | Passed dividend |
| Απλησίαστη τιμή | Prohibitive price |
| Απλογραφία | Single entry |
| Απλός τόκος | Simple interest |
| Από καλή θέληση | Ex gratia |
| Από κοινού έλεγχος | Joint audit |
| Από κοινού υποχρέωση | Joint and several liability |
| Από προβλήτα σε προβλήτα | Pier to pier |
| Από την αποβάθρα | Ex quay |
| Από το εργοστάσιο | Ex factory |
| Από το πλοίο | Ex ship |
| Από το τέλος ενός μηνός μέχρι το τέλος του άλλου | End to end of month |
| Από-αποθεματοποίηση | Dishoarding |
| Αποβάθρα | Dock, wharf, quay |
| Απόβαρο | Tare, weight tare |
| Αποβίβαση | Landing |
| Αποβιομηχάνιση | Deindustrialization |
| Απογραφή αποθεμάτων | Stock taking, inventory taking |
| Απογραφή εμπορεύματος | Merchandise inventory |
| Απογραφή περιουσιακών στοιχείων | Property inventory |
| Απογραφή πληθυσμού | Census |
| Αποδεικτικό χρέους | Evidence of debt |
| Απόδειξη | Voucher |
| Απόδειξη απώλειας | Proof of loss |
| Απόδειξη θαλάσσιας μεταφοράς | Ocean waybill |
| Απόδειξη κατάθεσης | Deposit receipt/ slip |
| Απόδειξη παράδοσης | Proof of delivery |
| Απόδειξη παράδοσης σε αποθήκη | Warehouse receipt |
| Απόδειξη παραλαβής | Delivery receipt |
| Απόδειξη παραλαβής φορτίου από ναυτιλιακή εταιρία | Liner waybill |
| Απόδειξη παραλαβής φορτίου που υπογράφεται από τον υποπλοίαρχο | Mate’s receipt |
| Απόδειξη πληρωμής | Receipt |
| Απόδειξη τίτλου κυριότητος | Evidence of title |
| Αποδέκτης | Acceptor, receiver |
| Αποδέκτης | Drawee |
| Αποδέκτης πληρωμής | Payee |
| Αποδέκτης συναλλαγματικής | Taker of a bill |
| Αποδεσμευμένη περιουσία | Disentailed property |
| Αποδεσμευμένη τιμή | Unpegged price |
| Αποδεσμεύω | Discharge |
| Αποδέχομαι αντιπροσφορά | Hit the bid |
| Αποδέχομαι κατηγορία | Plead guilty |
| Αποδίδω | Render |
| Απόδοση | Performance, return, yield, output |
| Απόδοση | Yield |
| Απόδοση δικαιώματος | Reversion |
| Απόδοση επενδεδυμένου κεφαλαίου | Return on investment, return on capital |
| Απόδοση επί των πωλήσεων | Return on sales |
| Απόδοση κατά την λήξη | Maturity yield |
| Απόδοση κλίμακας | Return scale |
| Απόδοση μακροπρόθεσμης επένδυσης κατά την λήξη της | Yield maturity, redemption yield |
| Απόδοση μηδενικού κινδύνου | Risk-free rate of return |
| Απόδοση μικρότερη του μέσου όρου | Underperformance |
| Αποδοτική εργασία | Fruitful job |
| Αποδοτική κατανομή πόρων | Efficient allocation of resources |
| Αποδοτικό επάγγελμα | Remunerative occupation |
| Αποδοτικότητα | Efficiency |
| Αποδοτικότητα κεφαλαίου | Capital turnover, capital return |
| Αποδοτικότητα κόστους | Cost effectiveness |
| Αποδοτικότητα παραγωγής | Production rate |
| Αποδοτικότητα συντελεστού παραγωγής | Factor productivity |
| Αποδοχές | Emolument, earnings |
| Αποδοχές αδείας | Vacation pay |
| Αποδοχή εν λευκώ | Acceptance in blank |
| Αποδοχή επιταγής | Banker’s acceptance |
| Αποδοχή κατά παρέμβαση | Supra protest acceptance |
| Αποδοχή συμφωνιών | Admissibility of agreements |
| Αποδοχή συναλλαγματικής | Sighting a bill |
| Αποδοχή υπό όρους | Conditional acceptance, qualified acceptance |
| Αποδυνάμωση | Dilution |
| Αποεπένδυση | Disinvestment, negative investment, divestment |
| Αποζημιώνω | Reimburse, recoup |
| Αποζημίωση | Compensation, damages, indemnity, pay off, recovery |
| Αποζημίωση για απόλυση | Dismissal pay, termination pay, redundancy payment |
| Αποζημίωση για γρήγορη φορτοεκφόρτωση στο ήμισυ της επισταλίας | Half dispatch |
| Αποζημίωση για εκμετάλλευση βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας | Royalties |
| Αποζημίωση για επισταλίες | Demurrage charges |
| Αποζημίωση για ζημία σε εύθραυστα προϊόντα | Breakages |
| Αποζημίωση για ταχεία φόρτωση πλοίου | Dispatch money |
| Αποζημίωση υπαλλήλου λόγω απόλυσης | Payment in lieu, severance pay, termination pay |
| Αποθάρρυνση καταναλωτισμού | Demarketing |
| Απόθεμα | Deposit, stock, reserve |
| Απόθεμα εμπορευμάτων | Inventory |
| Απόθεμα τελικών προϊόντων | Finished goods inventory |
| Απόθεμα τέλους περιόδου | Ending inventory |
| Απόθεμα τράπεζας ανεπαρκές να καλύψει τις καταθέσεις των πελατών της | Naked reserve |
| Αποθέματα για εμπορία | Stock in trade |
| Αποθέματα της Κεντρικής Τράπεζας σε χρυσό | Gold reserves |
| Αποθεματικά τραπέζης | Bank reserves |
| Αποθεματικό | Reserve |
| Αποθεματικό ασφαλείας | Safety stock |
| Αποθεματικό για εξόφληση ενυπόθηκου δανείου | Amortization fund |
| Αποθεματικό εκτάκτων αναγκών | Loss reserve |
| Αποθεματικό εξόφλησης ομολογιών | Debenture redemption reserve |
| Αποθεματικό κεφάλαιο | Reserve capital |
| Αποθεματικό τρέχοντος κόστους | Current cost reserve |
| Αποθετήριο | Warehouse receipt, warehouse warrant |
| Αποθηκάριος | Warehouseman, stockkeeper |
| Αποθήκευση | Warehousing, storage |
| Αποθήκευτρα οινοπνευματωδών ποτών | Cellerage |
| Αποθηκεύω | Store |
| Αποθήκη | Magazine, store, warehouse |
| Αποθήκη υποδοχής | Reception depot |
| Αποθησαυρισμός | Hoarding |
| Αποθησαυριστική κοινωνία | Acquisitive society |
| Αποικιακά προϊόντα | Colonial products |
| Αποκαρδιωτική τιμή | Daunting price |
| Αποκατάσταση | Restitution, reinstatement, remedy |
| Αποκέντρωση | Decentralization |
| Αποκήρυξη | Repudiation |
| Αποκλεισμένος λόγω καιρικών συνθηκών | Weather bound |
| Αποκλεισμός | Embargo |
| Αποκλεισμός από προμήθεια πρώτων υλών | Foreclosure |
| Αποκλεισμός από την προμήθεια πετρελαίου | Oil embargo |
| Αποκλεισμός μεσαζόντων | Disintermediation |
| Αποκλειστικά | Exclusively |
| Αποκλειστικά δικαιώματα | Exclusive rights |
| Αποκλειστική κυριότητα | Severalty |
| Αποκλειστικό δικαίωμα | Privilege |
| Αποκλειστικός αντιπρόσωπος | Exclusive agent, sole agent |
| Αποκλειστικός διανομέας | Sole distributor |
| Απόκλιση | Variance |
| Απόκλιση εργασιακής αποδοτικότητας | Labour efficiency variance |
| Απόκλιση εργατικού κόστους | Labour cost variance |
| Απόκλιση τιμών πωλήσεων | Sales price variance |
| Αποκόμιση αξίας έναντι καταβολής τιμήματος | Value for money |
| Αποκόμιση κέρδους | Profit taking |
| Αποκρατικοποίηση | Denationalization |
| Απόκριση | Response |
| Αποκρύπτω αγαθά | Corner the market |
| Αποκτηθέν πλεόνασμα | Acquired surplus |
| Απόκτηση δεύτερης εργασίας | Job duplication |
| Αποκτώ προσόντα | Qualify |
| Απολαβές μελών Διοικητικού Συμβουλίου | Directors’ fees |
| Απολαβές σε είδος | Benefits in kind |
| Απολεσθείσες ημέρες εργασίας | Lost days |
| Απολεσθείσες ημέρες εργασίας | Lost working days |
| Απόλυση | Dismissal |
| Απόλυτη εξουσία | Plenary power |
| Απόλυτη πλειοψηφία | Absolute majority |
| Απόλυτη χρησιμότητα | Cardinal utility |
| Απόλυτο μονοπώλιο | Absolute monopoly, perfect monopoly |
| Απολύω | Discharge, release, sack, dismiss |
| Απολύω προσωρινά | Lay off |
| Απομάκρυνση νομίσματος από την κυκλοφορία | Demonetization |
| Απομένουσα αξία | Remaining value |
| Αποομαδοποίηση | Degroupage |
| Αποπληθωρισμένο ακαθάριστο εθνικό προϊόν | Real gross national product |
| Αποπληθωρισμένο επιτόκιο | Real interest rate |
| Αποπληθωρισμένο κέρδος | Real gain |
| Αποπληθωρισμένο ποσοστό απόδοσης | Real rate of return |
| Αποπληθωρισμένο χρήμα | De-inflated money |
| Αποπληθωρισμένοι όροι | Real terms |
| Αποπληθωρισμός | Disinflation |
| Αποπληθωριστής του ΑΕΠ | GDP deflator |
| Αποπληρωμή | Paying-off, repayment |
| Αποπληρωμή δημόσιου χρέους | Public sector debt repayment |
| Αποποίηση κληρονομίας | Renunciation of inheritance |
| Απορρίμματα | Scraps, waste |
| Απορριφθέντα προϊόντα | Rejected products |
| Απόρριψη φορτίου για ξαλάφρωμα πλοίου | Jettison |
| Απορροφημένα γενικά έξοδα | Absorbed overhead |
| Απορρόφηση | Assimilation |
| Αποσβένω | Depreciate |
| Απόσβεση βάση χρόνου λειτουργίας | Activity depreciation |
| Απόσβεση δανείου | Loan amortization |
| Απόσβεση κεφαλαίου | Amortization, depreciation, capital consumption allowance |
| Απόσβεση σε τρέχον κόστος | Current cost depreciation |
| Απόσβεση σύμφωνα με την εξάντληση κοιτασμάτων | Depletion method |
| Αποσβεσθείσα διαφορά από έκδοση ομολόγων κάτω από το άρτιο | Amortized discount |
| Αποσβεσθείσα διαφορά από έκδοση ομολόγων πάνω από το άρτιο | Amortized premium |
| Αποσβεσθέν κεφάλαιο | Depreciated capital |
| Αποσβεσθέν κόστος | Amortized cost |
| Αποσβέσιμο ενεργητικό | Depreciable assets |
| Αποσπασματική άποψη | Piecemeal opinion |
| Αποσπώμενο δικαίωμα μετοχής | Detachable warrant |
| Απόσταση καρίνας πλοίου από τον πυθμένα | Keel distance |
| Αποστέλλω | Dispatch, despatch |
| Αποστολέας | Consignor, sender |
| Αποστολή | Dispatch, despatch, mission |
| Αποστολή fax | Facsimile transmission |
| Αποστολή εμπορευμάτων με παρακαταθήκη | Consignment |
| Απόσυρση ομολόγου πριν την λήξη του | Retirement of bond |
| Απόσυρση στοιχείων ενεργητικού | Retiring of assets |
| Απόσυρση χρέους | Debt retirement |
| Αποσύρω | Draw |
| Αποσύρω χρήματα | Draw down, withdraw |
| Αποταμίευση | Savings |
| Αποταμιεύω | Save |
| Αποτέλεσμα | Result |
| Αποτελέσματα εκμετάλλευσης | Trading results |
| Αποτελέσματα χρήσεως | Operating results |
| Αποτελεσματική διοίκηση | Effective management |
| Αποτελεσματικό χαρτοφυλάκιο | Efficient portfolio |
| Αποτελεσματικότητα | Effectiveness |
| Αποτίμηση | Valuation |
| Αποτίμηση αποθέματος με βάση το κόστος των νεωτέρων αγορών | Last in first out |
| Αποτίμηση αποθέματος στην τιμή κόστους ή στην αγοραία τιμή, όποια είναι η χαμηλότερη | Lower of cost or market valuation |
| Αποτίμηση αποθεμάτων | Inventory valuation |
| Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού | Asset valuation |
| Απότομα ανυψούμενες τιμές | Jumping prices |
| Απότομη πτώση τιμών | Slump |
| Απότομος πληθωρισμός | Rapid inflation |
| Αποτρεπτικό κόστος | Prohibitive cost |
| Αποτρεπτικός φόρος | Prohibitive tax |
| Αποτυχία | Flop, failure |
| Απόφαση | Judgement, resolution |
| Απόφαση για κατασκευή ή αγορά | Make or buy decision |
| Απόφαση για μίσθωση ή αγορά | Lease or buy decision |
| Απόφαση για πώληση δεδομένου προϊόντος ή παραπέρα επεξεργασία του | Sell or process further decision |
| Αποχώρηση | Retirement |
| Απραξία | Doldrums, inaction, slack |
| Απρόβλεπτα έξοδα | Contingent expenses |
| Απρόβλεπτη υποχρέωση | Contingent liability |
| Απροειδοποίητη απεργία | Walk out strike |
| Απρόοπτα | Contingencies |
| Απρόσβλητος σε δικαστικά μέτρα | Judgement proof |
| Απροσδόκητα επικερδής συναλλαγή | Killing |
| Απροσδόκητα κέρδη | Casual profits, windfall profits |
| Απροσδόκητη ζημία | Windfall loss |
| Απρόσιτη τιμή | Prohibitive price |
| Απρόσμενη απώλεια | Casualty loss |
| Απτά στοιχεία ενεργητικού | Tangible assets |
| Απώλεια | Loss, wastage |
| Απώλεια πέραν του αναμενόμενου | Abnormal loss |
| Απών ιδιοκτήτης | Absentee owner |
| Αργία | Leisure |
| Αργίες τραπεζών | Bank holidays |
| Αργό πετρέλαιο | Crude oil |
| Αργομισθία | Sinecure |
| Αργόμισθος | Sinecurist |
| Αργόσχολος | Idler |
| Αργούσα παραγωγή δυναμικότητα | Idle capacity |
| Αργυραμοιβός | Money changer |
| Αργυρός κανόνας | Silver standard |
| Αριθμητικός μέσος όρος | Arithmetic mean |
| Αριθμοδείκτης | Index number |
| Αριθμοδείκτης ρευστότητας | Quick ratio |
| Αριθμός παραγγελίας | Job order |
| Αρμπιτράζ | Arbitrage |
| Αρνησικυρία | Veto |
| Αρνητικές οικονομίες κλίμακος | Diseconomies of scale |
| Αρνητικές ταμειακές ροές | Negative cash flow(περισσότερα έξοδα από έσοδα) |
| Αρνητική απόκλιση | Unfavourable variance |
| Αρνητική απόσβεση χρέους | Negative amortization |
| Αρνητική αποταμίευση | Dissaving |
| Αρνητική διαφορά λογιστική αξίας από την αξία εκποίησης | Balancing allowance |
| Αρνητική ελαστικότητα ζήτησης | Negative demand elasticity |
| Αρνητική επένδυση | Negative investment, disinvestment |
| Αρνητική καθαρή αξία | Negative net worth |
| Αρνητική σύσταση | Censure |
| Αρνητική σύσταση | Censure |
| Αρνητική χρησιμότητα | Disutility |
| Αρνητικό εισοδηματικό αποτέλεσμα | Negative income effect(Αύξηση της κατανάλωσης ανώτερων ειδών παρά την άνοδο των τιμών τους ) |
| Αρνητικό κεφάλαιο κίνησης | Negative working capital (βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις περισσότερες από κυκλοφορούν ενεργητικό) |
| Αρνητικός προοδευτικός φόρος | Regressive tax |
| Αρνητικός συμψηφισμός τραπέζης | Adverse clearing |
| Αρνητικός τόκος | Negative interest |
| Αρραβώνας | Handsel |
| Αρχαιότερος | Senior |
| Αρχείο | Record, file |
| Αρχείο δεδομένων | Datafile |
| Αρχειοθέτης | Filing clerk |
| Αρχειοθήκη | Filing cabinet |
| Αρχειοφύλακας | Registrar |
| Αρχή της αμοιβαιότητας | Principle of reciprocity |
| Αρχή της διατήρησης του κεφαλαίου | Capital maintenance concept |
| Αρχή της επιτάχυνσης | Acceleration principle, principle of acceleration |
| Αρχή της ήσσονος προσπάθειας | Least effort principle |
| Αρχή της ισοτιμίας | Parity principle |
| Αρχή της πλήρους διαφάνειας | Full disclosure principle |
| Αρχή της προνοητικότητας | Prudence concept |
| Αρχή της συνέπειας | Consistency principle |
| Αρχή της συντηρητικότητας | Conservatism principle |
| Αρχή της συνυπευθυνότητας | Corresponsibility principle |
| Αρχή της συσχέτισης εσόδων και εξόδων | Matching concept |
| Αρχή του συγκριτικού κόστους | Principle of comparative cost |
| Αρχή φθινουσών αποδόσεων | Principle of diminishing returns |
| Αρχηγός εκδρομής | Road manager |
| Αρχιεργάτης | Foreman |
| Αρχική εγγραφή | Opening entry, original entry |
| Αρχική έκπτωση στην τιμή χρεογράφου | Original issue discount |
| Αρχική επαύξηση κόστους για σκοπούς τιμολόγησης | Initial cost mark up |
| Αρχική κατάθεση | Primary deposit |
| Αρχικό αντίγραφο | Master copy |
| Αρχικό απόθεμα | Beginning inventory, opening stock |
| Αρχικό ελάχιστο όριο κατάθεσης | Initial margin |
| Αρχικό κεφάλαιο | Initial capital, principal |
| Αρχικό κόστος | Original cost, prime cost |
| Αρχικό ονομαστικό κεφάλαιο ομολογιακής έκδοσης | Principal amount |
| Αρχικό ποσοστό αύξησης κόστους για σκοπούς τιμολόγησης | Initial mark up |
| Αρχικό στάδιο στην προώθηση προϊόντος | Pioneering stage |
| Αρχικό υπόλοιπο | Opening balance |
| Ασάφεια ρόλων | Role ambiguity |
| Ασήμαντη ζημία | Negligible damage |
| Ασήμαντο προϊόν που πουλιέται ακριβά | Gold brick |
| Ασήμαντος | Immaterial |
| Ασημικά | Silverware |
| Ασθενική ζήτηση | Soft demand |
| Ασκούμενος στη διαχείριση | Management trainee |
| Αστάθεια | Volatility |
| Ασταθείς παράγοντες | Variable factors |
| Ασταθής αγορά | Volatile market |
| Ασταθής τιμή | Unsteady price |
| Αστάθμητες διακυμάνσεις | Erratic fluctuations |
| Αστός εργαζόμενος | Urban worker |
| Ασυγκράτητες τιμές | Run away prices |
| Ασυγκράτητο κόστος | Runaway cost |
| Ασυγκράτητος πληθωρισμός | Rampant inflation, recalcitrant inflation |
| Ασύμφορο περιουσιακό στοιχείο | White elephant |
| Ασφάλεια | Security, insurance |
| Ασφάλεια ατυχήματος | Accident insurance |
| Ασφάλεια για πολλούς κινδύνους | Package insurance |
| Ασφάλεια έναντι καταχρήσεων και παραβάσεων συμβολαίων | Fidelity insurance |
| Ασφάλεια εναντίων πολλών κινδύνων | Multiple peril insurance |
| Ασφάλεια εργασίας | Job security |
| Ασφάλεια ζημιών τρίτων | Casualty insurance |
| Ασφάλεια ζωής | Life insurance |
| Ασφάλεια ζωής μεταβλητής αξίας | Variable life insurance |
| Ασφάλεια ζωής που καλύπτει την αποπληρωμή ενυπόθηκου δανείου σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου | Mortgage life insurance |
| Ασφάλεια κατά κακών καιρικών συνθηκών | Rain insurance |
| Ασφάλεια που καλύπτει ζημιά που προέρχεται από τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει μια εταιρία με την χορήγηση εγγύησης προϊόντος | Products guarantee insurance |
| Ασφάλεια που καλύπτει ζημιές σε περιουσιακά στοιχεία τρίτων | Property damage liability insurance |
| Ασφάλεια που καλύπτει τυχόν αποζημιώσεις που ενδέχεται να κληθεί να καταβάλλει επαγγελματίας για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εξάσκηση του επαγγέλματός του | Professional indemnity /liability insurance |
| Ασφαλειομεσίτης | Insurance broker |
| Ασφαλές λιμάνι | Safe port |
| Ασφαλές λιμάνι και ασφαλής θέση φόρτωσης πλοίου | Safe Port Safe Berth |
| Ασφαλές χρεόγραφο | Risk free security |
| Ασφαλής επένδυση | Sound investment |
| Ασφαλής θέση φόρτωσης πλοίου | Safe berth |
| Ασφαλής συναλλαγματική | Prime Bill of Exchange |
| Ασφαλής φύλαξη | Safe custody |
| Ασφάλιση | Insurance |
| Ασφάλιση εισπρακτέων λογαριασμών | Accounts receivable insurance |
| Ασφάλιση εμπορευμάτων που δίδονται για εγγύηση | Floor plan insurance |
| Ασφάλιση εναντίον της περίπτωσης καταγγελίας για το αδίκημα της παροχής επιζήμιων υπηρεσιών | Malpractice insurance |
| Ασφάλιση κατά βανδαλισμών και κακόβουλων ενεργειών | Vandalism and malicious mischief insurance |
| Ασφάλιση κατά παντός κινδύνου | All risk |
| Ασφάλιση με μια και μοναδική καταβολή ασφαλίστρου | Single premium assurance |
| Ασφαλίσιμη αξία | Insurable value |
| Ασφαλισμένος | Assured |
| Ασφαλισμένος (εγγυημένος) λογαριασμός | Insured account |
| Ασφαλιστήριο | Policy |
| Ασφαλιστήριο θαλάσσιων μεταφορών | Maritime insurance policy |
| Ασφαλιστήριο πολλαπλής κάλυψης κινδύνων | Combination policy |
| Ασφαλιστήριο συμβόλαιο | Insurance policy, insurance |
| Ασφαλιστήριος προμήθεια | Del credere commission |
| Ασφαλιστής | Insurer |
| Ασφαλιστικά (προσωρινά) μέτρα | Injunction |
| Ασφαλιστική απαίτηση | Insurance claim |
| Ασφαλιστική δικλείδα | Safety valve |
| Ασφαλιστική κάλυψη | Insurance cover |
| Ασφαλιστική κάλυψη κινδύνων πολέμου | War risk cover |
| Ασφαλιστική κάλυψη με παράλληλη συμμετοχή στα κέρδη, συμμετοχική ασφάλιση | Participating insurance |
| Ασφαλιστική κάλυψη πληρωμής τρεχόντων εξόδων επιχείρησης σε περίπτωση οικονομικών δυσχερειών | Surety bond |
| Ασφαλιστική ρήτρα | Safeguard clause, safety clause |
| Ασφαλιστικό ίδρυμα | Insurance institute |
| Ασφαλιστικό όριο | Gross line |
| Ασφαλιστικό πρόγραμμα κάλυψης απωλειών σε εισόδημα | Loss of income insurance |
| Ασφαλιστικό πρόγραμμα κάλυψης οικογενειακού εισοδήματος | Family income policy |
| Ασφαλιστικό συμβόλαιο ορισμένου χρόνου | Time policy |
| Ασφαλιστικό συμφέρον | Insurable interest |
| Ασφαλιστικός πράκτορας | Insurance agent |
| Ασφάλιστρο | Insurance premium, premium |
| Ασχολία | Trade |
| Ατέλεια | Defect |
| Ατέλεια τίτλου ιδιοκτησίας | Title defect |
| Ατελής αγορά | Imperfect market |
| Ατελής αλληλογραφία | Post free mail |
| Ατελής ανταγωνισμός | Imperfect competition |
| Ατελώνιστα αγαθά | Uncleared goods |
| Ατελώνιστα εμπορεύματα | Bonded goods, goods in bond |
| Ατημέλητη δουλειά | Slovenly work |
| Ατμόπλοιο | Motor Vessel, Motor Ship |
| Ατομική επιχείρηση | Sole proprietorship, single proprietorship, one-man business, proprietorship |
| Ατομικό εισόδημα | Individual earnings, private means |
| Αυθόρμητη αγορά αγαθών | Impulse purchasing |
| Αυθόρμητη ενέργεια | Impulse |
| Αυθόρμητος αγοραστής | Impulse buyer |
| Αυξημένη αξία | Increased value |
| Αύξηση | Growth |
| Αύξηση αξίας ενεργητικού | Accretion |
| Αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με διάθεση μετοχών σε δημόσια εγγραφή | Going public |
| Αύξηση της κατανάλωσης ανώτερων ειδών παρά την άνοδο των τιμών τους | Giffen effect, negative income effect |
| Αύξηση της παραγωγής με υποβάθμιση της ποιότητας των προιόντων | Trading down |
| Αύξηση τιμής προσφοράς | Bidding up |
| Αυξομειούμενη ζήτηση | Kinked demand |
| Αύξουσα απόδοση | Increasing return |
| Αύξουσα απόσβεση | Increasing depreciation |
| Αύξων αριθμός | Serial number |
| Αυταπάτη του χρήματος | Money illusion |
| Αυτάρκεια | Autarky |
| Αυτάρκης χώρα | Self-sufficient nation |
| Αυταρχική διαχείριση | Caesar management |
| Αυτασφάλιση | Self-insurance |
| Αυτεπαγγέλτως | Ex officio |
| Αυτοαπασχόληση | Self-employment |
| Αυτοαπασχολούμενος | Self-employed |
| Αυτοδημιούργητος | Self-made |
| Αυτοδιαχείριση | Self-management |
| Αυτοδικαίως | Ex officio, rightfully |
| Αυτοδιοίκηση | Self-management |
| Αυτοδιοικούμενος παραγωγός | Producer manager |
| Αυτοεκφορτούμενο πλοίο | Self unloader |
| Αυτοεξυπηρέτηση | Self-service |
| Αυτοκίνητο-βυτίο | Tank car |
| Αυτοκόλλητα | Bumper stickers |
| Αυτοκόλλητη διαφήμιση | Sticker ad |
| Αυτοκόλλητο με τιμή προϊόντος | Sticker price |
| Αυτόματες κρατήσεις υπέρ του συνδικάτου | Automatic checkoff |
| Αυτόματη αναπροσαρμογή ημερομισθίων | Automatic wage arrangement |
| Αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή | ATM (Automated Teller Machine) |
| Αυτόματοι σταθεροποιητές | Built-in stabilizers |
| Αυτόματος πωλητής | Slot machine, vending machine |
| Αυτόπτης μάρτυρας | Eye witness |
| Αυτόφωρη παράβαση | Patent offence |
| Αυτοχρηματοδότηση | Self-financing |
| Αφαίμαξη επιστημονικού δυναμικού | Brain drain |
| Αφαίρεση παρεμβατικών διατάξεων | Deregulation |
| Αφαιρετικός συλλογισμός | Deductive reasoning |
| Αφανείς, άδηλες εξαγωγές | Invisible exports |
| Αφανή αποθεματικά | Non-apparent reserves, secret reserves |
| Αφανής εταίρος | Dormant partner, silent partner, secret partner |
| Αφερέγγυος | Insolvent |
| Αφερεγγυότητα | Insolvency |
| Αφομοίωση | Assimilation |
| Αφορολόγητα | Free goods |
| Αφορολόγητη μεταβίβαση | Exempt transfer |
| Αφορολόγητο δασμολογικό κλιμάκιο | Zero bracket income |
| Αφορολόγητο ποσό | Tax allowance |
| Αφορολόγητος | Tax exempt, untaxed, tax free |
| Αφοσίωση καταναλωτή σε μια μάρκα | Brand loyalty |
| Αχθοφορικά | Porterage |
| Αχθοφόρος | Porter |
| Αχρήματη κοινωνία | Cashless society |
| Αχρησιμοποίητο υπόλοιπο | Unutilized balance |
| Αχρηστεμένος | Obsolete |